Ο δημοτικός σύμβουλος της Λαϊκής Συσπείρωσης Γιάννης Παναγιώτου μιλάει στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» για την Πολιτική Προστασία, τις πλημμύρες και το μέλλον της Λάρισας.
Συνέντευξη στον Θανάση Αραμπατζή
Η κλιματική κρίση κάνει ολοένα συχνότερα τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Πόσο έτοιμοι είναι σήμερα οι Δήμοι να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους πολίτες και τις περιουσίες τους; Υπάρχουν τα απαραίτητα μέσα και οι πόροι ή η Πολιτεία μεταφέρει ευθύνες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση χωρίς την αντίστοιχη στήριξη;
Γ.Π.: Οι ευθύνες διαχρονικά των κυβερνήσεων, της Τοπικής Διοίκησης και της Ε.Ε. είναι τεράστιες στο πεδίο της Πολιτικής Προστασίας, διότι τη βλέπουν ως μηχανισμό ενταγμένο στις συμφωνίες των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής η κυβέρνηση της ΝΔ εντάσσει ολοκληρωτικά την Πολιτική Προστασία στο πεδίο της περιβόητης «ανθεκτικότητας», με ιδιαίτερες προεκτάσεις που αφορούν την καταστολή απέναντι στον λαό.
Το πρόβλημα είναι πως αυτή η «ανθεκτικότητα» δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά την προστασία του λαού από φυσικές καταστροφές σαν αυτές που έζησε και πλήρωσε η πόλη μας με τις πρόσφατες πλημμύρες «Daniel» και «Elias».
Ενδεικτική είναι η κατάσταση στην Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση, όπου οι απαραίτητες υποδομές και έργα δε χρηματοδοτούνται, η επιστημονική γνώση, η τεχνολογία και η τεχνική δεν αξιοποιούνται για τις πραγματικές ανάγκες, η πολιτική προστασία των Δήμων δε στελεχώνεται με προσωπικό και δεν εξοπλίζεται με μέσα.
Η Λάρισα χάνει σταδιακά σημαντικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής της ταυτότητας, καθώς παλιά κτίρια κατεδαφίζονται. Από την άλλη, υπάρχει το κατοχυρωμένο δικαίωμα του ιδιοκτήτη να αξιοποιεί την περιουσία του. Πώς μπορεί να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και στα δικαιώματα των ιδιωτών; Ποιος θα πρέπει να αναλάβει το κόστος αυτής της πολιτικής;
Η.Π.: Η απώλεια της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Λάρισας, μεταπολεμικά, έχει συγκεκριμένη αιτία και δεν αποτελεί ένα φυσικό επακόλουθο. Βεβαίως, αυτό που συνέβη στην πόλη δεν ξεφεύγει ιδιαίτερα από το κυρίαρχο μοντέλο που ακολουθήθηκε στην πολεοδομική και οικονομική ανάπτυξη των αστικών κέντρων στο πλαίσιο του καπιταλισμού στην υπόλοιπη Ελλάδα από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και χρηματοδότησης του αστικού κράτους είναι από τους παράγοντες που οδήγησαν διαχρονικά στην καταστροφή του αξιόλογου κτιριακού αποθέματος της πόλης. Το θεμελιώδες, όμως, ζήτημα που λειτουργεί ακόμη και σήμερα ως καταλύτης στην απώλεια των τελευταίων αξιόλογων κτιρίων δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι η αρχιτεκτονική κληρονομιά και η γη αντιμετωπίζεται στον καπιταλισμό ως εμπόρευμα.
Προφανώς σε ό,τι αφορά την πόλη μας δεν ήταν στις προτεραιότητες της αστικής στρατηγικής τις τελευταίες δεκαετίες η διατήρηση και αξιοποίηση τέτοιων κτισμάτων ή συνόλων, αφού υπερίσχυσε το κατασκευαστικό κεφάλαιο έναντι μερίδων του κεφαλαίου στον τουρισμό, στις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες και στις αλυσίδες εστίασης που αξιοποιούν τα διατηρημένα κέντρα των πόλεων ως «σκηνικό» κατανάλωσης.
Τα λιγοστά διατηρητέα που υπάρχουν σήμερα στη Λάρισα δεν κατεδαφίστηκαν, αλλά, την ίδια ώρα, οι ιδιοκτήτες τους δεν αποζημιώθηκαν, αφού κράτος και τοπική διοίκηση έχουν ως κριτήριο το κόστος όφελος, δηλαδή πόσο θα κοστίσει η εξαγορά-αξιοποίηση τέτοιων κτισμάτων και πόσο θα ωφελήσει αυτό τις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου.
Τα τελευταία χρόνια που η επιδίωξη των Δημοτικών Αρχών ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ είναι η τουριστικοποίηση της πόλης, προχώρησαν έργα που προέκριναν παρεμβάσεις, κυρίως, σε βυζαντινά και οθωμανικά μνημεία, παράλληλα με την ανάδειξη του Α’ Αρχαίου Θεάτρου, που και αυτό λειτουργεί ως σκηνικό και αξιοθέατο στις διάφορες «μπίζνες».
Ήδη εδώ και χρόνια στην πόλη μας έχουμε αλλαγή χρήσεων γης στο κέντρο, με ταυτόχρονη αύξηση των ενοικίων σε κατοικίες (airbnb) και εμπορικές χρήσεις (επέλαση των μεγάλων αλυσίδων), δυσκολία στην προσέγγιση του κέντρου εξαιτίας της ελεγχόμενης στάθμευσης και εξαντλητικά ωράρια για εργαζόμενους και αυτοαπασχολούμενους.
Επομένως, είναι καθαρό ότι πέρα από τις διεκδικήσεις σήμερα, μόνο ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης μπορεί να λύσει οριστικά μια σειρά ζητήματα ποιότητας ζωής στην πόλη, όπως διαφύλαξη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, ελεύθεροι κοινόχρηστοι χώροι κ.λπ.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
